Πρωί, 10 Δεκεμβρίου 1996. Η Jill Bolte Taylor, ερευνήτρια του εγκεφάλου στο Χάρβαρντ, ξυπνάει με έναν πόνο πίσω από το αριστερό μάτι. Ένα αγγείο έχει σπάσει στο αριστερό ημισφαίριο, εκεί που ζει η γλώσσα και η φωνή που σου λέει όλη μέρα ποιος είσαι και τι κάνεις μετά. Μπαίνει στο ντους. Κοιτάει το χέρι της και δεν μπορεί να πει πού τελειώνει το δέρμα και πού αρχίζουν τα πλακάκια. Η φωνή που έλεγε «είμαι η Jill» σωπαίνει. Και μέσα σε όλο αυτό, μια ευφορία που δεν είχε ξανανιώσει ποτέ.
Ήταν επιστήμονας. Ήξερε τι έβλεπε: ο εγκέφαλός της σταμάτησε να κάνει μια δουλειά που έκανε από πάντα, χωρίς να της το έχει πει ποτέ.
Το όριο ανάμεσα σε εκείνη και τον κόσμο ήταν μια αίσθηση. Όχι γεγονός.
Δεν χρειάζεσαι εγκεφαλικό για να το δεις. Το ίδιο κόψιμο και ράψιμο γίνεται τώρα, σε σένα, όσο διαβάζεις αυτήν την πρόταση.
Η ιδέα
Η ιδέα είναι απλή και άβολη: αυτό που λες πραγματικότητα δεν σου έρχεται έτοιμο. Το κόβει και το ράβει ο εγκέφαλός σου πριν φτάσει σε σένα. Υπάρχουν πέντε σημεία όπου φαίνεται η ραφή.
Η τρύπα στο μάτι. Εκεί που το οπτικό νεύρο βγαίνει από το πίσω μέρος του ματιού, ο αμφιβληστροειδής δεν έχει κύτταρα για φως. Σε κάθε μάτι υπάρχει ένα κομμάτι του κόσμου που δεν φτάνει ποτέ. Δεν βλέπεις μαύρη τρύπα. Ο εγκέφαλος κοιτάει γύρω-γύρω και την μπαλώνει: ο λευκός τοίχος συνεχίζει λευκός, η ταπετσαρία συνεχίζει το σχέδιό της. Το κενό είναι αληθινό. Απλώς δεν σου παραδίδεται ποτέ ως κενό.
Δεν βλέπεις τον κόσμο. Βλέπεις την καλύτερη εκτίμηση του εγκεφάλου σου.
Το κενό μέσα στην ύλη. Ακούμπα το χέρι σου σε ένα τραπέζι. Σκληρό, σίγουρο. Μεγέθυνε όσο πάει: ξύλο, κύτταρα, μόρια, άτομα. Αν ο πυρήνας ενός ατόμου είχε το μέγεθος ενός αρακά στην μέση ενός γηπέδου, τα ηλεκτρόνια θα βούιζαν κάπου στις τελευταίες κερκίδες. Ανάμεσα, τίποτα. Από αυτό είναι φτιαγμένο το χέρι σου. Και το τραπέζι. Και το πάτωμα. Γιατί τότε δεν περνάει το ένα μέσα από το άλλο; Επειδή τα ηλεκτρόνια σπρώχνουν πίσω. Αυτό που νιώθεις ως σκληρό είναι δύναμη που συναντά δύναμη. Το τραπέζι δεν είναι λιγότερο αληθινό. Είναι ένα μοτίβο που κρατάει.
Στερεό δεν σημαίνει γεμάτο. Σημαίνει ότι κάτι σπρώχνει πίσω.
Το «τώρα» που αργεί. Το φως θέλει χρόνο να φτάσει στο μάτι. Ο ήχος στο αυτί. Το άγγιγμα να ταξιδέψει από το δάχτυλο στον εγκέφαλο. Μικρή καθυστέρηση, αλλά υπαρκτή. Και το «τώρα» δεν είναι μόνο σήματα που φτάνουν. Κουβαλάει και ό,τι προηγήθηκε. Μια νότα μόνη της δεν είναι μουσική. Μουσική είναι το πέρασμα από την μία νότα στην άλλη. Ο ήλιος στο δέρμα σου έφυγε από τον ήλιο πριν από οκτώ λεπτά. Κάποια αστέρια που βλέπεις απόψε έστειλαν το φως τους πριν από χιλιάδες χρόνια.
Κάθε «τώρα» είναι φτιαγμένο από πολλά «πριν».
Η λέξη που παγώνει. Λες «το δέντρο είναι πράσινο». Το δέντρο εκείνη την ώρα πίνει νερό από τις ρίζες, ανταλλάσσει αέρια με τον αέρα, κάνει το φως ζάχαρη, συνομιλεί κάτω από το χώμα με μύκητες. Και το πράσινό του εξαρτάται από το φως, από το μάτι σου, από τον εγκέφαλό σου. Η πρόταση βολεύει, αλλά είναι μια τεράστια συντόμευση. Κάθε λέξη είναι φωτογραφία. Η φωτογραφία ενός ανθρώπου που αγαπάς δεν είναι εκείνος: από το κλικ μέχρι σήμερα έχει γεράσει, έχει σκεφτεί χιλιάδες πράγματα, αναπνέει αυτήν την στιγμή κάπου αλλού. Η λέξη «φίλος» είναι φωτογραφία μιας σχέσης. Ο «θυμός» είναι φωτογραφία ενός συναισθήματος που ίσως έχει ήδη αλλάξει όσο το ονομάζεις.
Κοιτάς την φωτογραφία τόσο συχνά, που ξεχνάς ότι υπήρξε ποτέ το πρωτότυπο.
Ο εαυτός-φλόγα. Η πιο μικρή λέξη, το «εγώ», κουβαλάει μια ολόκληρη ζωή. Μαζεύει σώμα, μνήμη, προσοχή, συνήθειες, και τα κάνει να μοιάζουν με έναν ιδιοκτήτη. Κοίτα όμως μια φλόγα. Μπορείς να πεις «εκεί είναι μια φλόγα». Δεν είναι όμως αντικείμενο. Είναι καύσιμο που συναντά οξυγόνο, κάθε δευτερόλεπτο καινούριο υλικό, και το σχήμα συνεχίζει. Το σώμα σου αλλάζει κύτταρα, οι σκέψεις έρχονται και φεύγουν, τα συναισθήματα ανεβαίνουν και πέφτουν. Η παιδική σου ηλικία δεν κάθεται μέσα σου σαν φάκελος σε συρτάρι. Ζει ως σχήμα: στους φόβους σου, στις προτιμήσεις σου, σε αυτό που πιστεύεις ότι γίνεται.
Δεν είσαι πράγμα. Είσαι κάτι που συνεχίζει να συμβαίνει.
Και κάτι τελευταίο. Το οξυγόνο στο αίμα σου το έβγαλαν φυτά. Το ασβέστιο στα κόκαλά σου φτιάχτηκε μέσα σε αστέρια. Είσαι ένα κομμάτι του κόσμου που πήρε για λίγο σχήμα ικανό να αναρωτηθεί για τον εαυτό του.
Δεν κοιτούσες ποτέ απλώς τον κόσμο. Ήσουν το ίδιο το βλέμμα.
Οι πρακτικές
Βρες την τρύπα. Σε ένα λευκό χαρτί ζωγράφισε ένα «+» και, 8 εκατοστά δεξιά του, μια μαύρη κουκκίδα. Κλείσε το αριστερό μάτι, κοίτα το «+» με το δεξί και φέρε σιγά το χαρτί προς το πρόσωπο. Κάπου στα 30 εκατοστά η κουκκίδα εξαφανίζεται. Δύο λεπτά, μία φορά. Δεν το ξεβλέπεις μετά.
Το χέρι στο τραπέζι. Μία φορά την μέρα, πριν τον πρώτο καφέ, ακούμπα την παλάμη σε ένα τραπέζι και κλείσε τα μάτια για 30 δευτερόλεπτα. Μην νιώθεις «σκληρό». Νιώσε «σπρώχνει πίσω».
Το φως των οκτώ λεπτών. Όταν σε βρει ο ήλιος, σταμάτα για 10 δευτερόλεπτα, χωρίς να τον κοιτάξεις: αυτό το φως ξεκίνησε πριν από οκτώ λεπτά. Το βράδυ, ένα αστέρι: ξεκίνησε πριν γεννηθείς.
Ένα λεπτό χωρίς λέξη. Μία φορά την μέρα κοίτα κάτι ζωντανό, ένα δέντρο, μια γάτα, ένα σύννεφο, για ένα λεπτό, χωρίς να το ονομάσεις. Όταν έρθει η λέξη (θα έρθει), άφησέ την και ξανακοίτα.
Η παλιά φωτογραφία. Βρες μια φωτογραφία σου από παιδί. Πέντε λεπτά, μία φορά την εβδομάδα: τι έχει μείνει ίδιο; Από το υλικό, ελάχιστο. Τι συνεχίζει; Γράψ' το.
Δήλωση πολιτικής ορθότητας της ημέρας Το τραπέζι είναι κυρίως κενό. Το κεφάλι σου το ίδιο. Μην δοκιμάσεις ποιο σπρώχνει πιο δυνατά.