Το 1931, ο Max Planck, ο άνθρωπος που άνοιξε την πόρτα της κβαντικής φυσικής, μίλησε στον βρετανικό Observer και είπε κάτι που ακόμα ενοχλεί: «Θεωρώ την συνείδηση θεμελιώδη. Θεωρώ την ύλη παράγωγο της συνείδησης. Δεν μπορούμε να πάμε πίσω από την συνείδηση. Ό,τι συζητάμε, ό,τι θεωρούμε ότι υπάρχει, προϋποθέτει συνείδηση.»
Ενενήντα πέντε χρόνια μετά, κανείς δεν έχει αποδείξει ότι είχε δίκιο. Κανείς δεν έχει αποδείξει ότι είχε άδικο. Και το πιο όμορφο πείραμα της φυσικής δίνει ακόμα το ίδιο αποτέλεσμα: η ύλη αλλάζει όταν την μετράς.
Η ιδέα
Πρώτα τα μετρημένα. Είναι πιο παράξενα από κάθε θεωρία.
Μεγάλωσε ένα άτομο στο μέγεθος γηπέδου. Ο πυρήνας του είναι ένα μπιζέλι στο κέντρο. Τα ηλεκτρόνια είναι κάπου στις κερκίδες, όχι σαν μπαλάκια αλλά σαν σύννεφο πιθανότητας. Όλο το υπόλοιπο είναι άδειο από σωματίδια. Το τραπέζι, το κινητό, το χέρι σου είναι σχεδόν ολόκληρα κενό, που κρατιέται στην θέση του από δυνάμεις.
Και το μπιζέλι; Μια υπόθεση που κυνηγάνε οι φυσικοί εδώ και μισό αιώνα, η θεωρία των χορδών, λέει ότι στο βάθος δεν υπάρχουν καν σωματίδια. Υπάρχουν μόνο μικροσκοπικές χορδές που δονούνται, και κάθε σωματίδιο είναι μια διαφορετική νότα. Δεν έχει μετρηθεί ποτέ. Η εικόνα όμως μένει: η ύλη ως μουσική.
Ο Niels Bohr, από τους θεμελιωτές της κβαντικής, έλεγε, όπως το θυμάται ο Heisenberg, ότι όποιος δεν σοκάρεται με την κβαντική την πρώτη φορά δεν την έχει καταλάβει. Του αποδίδεται κι άλλη μία φράση: «Όλα όσα λέμε πραγματικά είναι φτιαγμένα από πράγματα που δεν μπορούν να θεωρηθούν πραγματικά.»
Πριν το μετρήσεις, ένα ηλεκτρόνιο δεν περιγράφεται με μία θέση. Περιγράφεται ως κύμα πιθανοτήτων, απλωμένο σε πολλά σημεία μαζί. Δεν είναι φιλοσοφία. Είναι τα μαθηματικά πάνω στα οποία δουλεύουν τα λέιζερ και τα τσιπ του κινητού σου.
Ρίχνεις ηλεκτρόνια, ένα-ένα, σε ένα τοίχωμα με δύο σχισμές, με μια οθόνη από πίσω. Αν δεν ελέγχεις από ποια σχισμή πέρασε το καθένα, στην οθόνη σχηματίζονται ρίγες, σαν κύματα που μπλέκονται, λες και κάθε ηλεκτρόνιο πέρασε και από τις δύο. Το 1989, στα εργαστήρια της Hitachi στην Ιαπωνία, το είδαν να χτίζεται κουκκίδα-κουκκίδα. Το 2002 οι αναγνώστες του περιοδικού Physics World το ψήφισαν το πιο όμορφο πείραμα φυσικής όλων των εποχών.
Βάλε τώρα έναν ανιχνευτή στις σχισμές, για να ξέρεις από πού πέρασε το καθένα. Οι ρίγες χάνονται και μένουν δύο λωρίδες, σαν από μπαλάκια. Το 1998, στο Ινστιτούτο Weizmann του Ισραήλ, έδειξαν στο Nature ότι όσο περισσότερο «κοιτάει» ο ανιχνευτής, τόσο περισσότερο σβήνουν οι ρίγες.
Δεν άλλαξε τίποτα στο ηλεκτρόνιο. Άλλαξε το αν κάποιος ρώτησε. Ο «παρατηρητής» της φυσικής δεν είναι μάτι. Είναι η μέτρηση: ένας ανιχνευτής, ένα φωτόνιο που χτυπάει, οτιδήποτε κρατάει πληροφορία για την διαδρομή.
Το ηλεκτρόνιο μέσα στο άτομο δεν ανεβαίνει σκάλα. Αλλάζει επίπεδο με άλματα, χωρίς ενδιάμεσα σκαλοπάτια, και από εκεί βγήκε το «κβαντικό άλμα». Υπάρχει και η τηλεμεταφορά, απλώς όχι όπως στις ταινίες. Το 2017 μια ομάδα στην Κίνα μετέφερε την κατάσταση ενός φωτονίου από την Γη σε δορυφόρο, πάνω από χίλια χιλιόμετρα μακριά. Δεν ταξίδεψε ύλη. Ταξίδεψε η πληροφορία του τι ήταν.
Δύο σωματίδια που γεννήθηκαν μαζί μένουν δεμένα. Μετράς το ένα εδώ, και το αποτέλεσμα του άλλου ταιριάζει αμέσως, όσο μακριά κι αν βρίσκεται. Ο Einstein δεν το χώνευε και το είπε «στοιχειωμένη δράση από απόσταση». Το 2022 το Νόμπελ Φυσικής πήγε σε τρεις που έδειξαν με πειράματα ότι εδώ ο Einstein έχανε. Σε αυτή την κλίμακα, κάθε σωματίδιο δεν κουβαλάει μόνο του, από πριν, την απάντησή του.
Και μετά είναι το πρόβλημα που δεν έχει λύσει κανείς. Ξέρουμε ποια σημεία του εγκεφάλου ανάβουν όταν βλέπεις κόκκινο. Δεν ξέρει κανείς γιατί αυτό το άναμμα το ζεις, γιατί δεν είσαι ένα μηχάνημα που επεξεργάζεται κόκκινο στα σκοτεινά. Ο φιλόσοφος David Chalmers το ονόμασε το 1995 «το δύσκολο πρόβλημα της συνείδησης». Τριάντα χρόνια μετά, είναι ακόμα δύσκολο.
Εδώ τελειώνουν τα μετρημένα και αρχίζει η ιδέα του Planck: κι αν η συνείδηση δεν είναι κάτι που φτιάχνει η ύλη, αλλά το αντίστροφο;
Ο Eugene Wigner, Νόμπελ 1963, υποστήριξε για χρόνια ότι η συνείδηση είναι αυτή που κλείνει την μέτρηση. Αργότερα το ξανασκέφτηκε. Ο θεωρητικός φυσικός Amit Goswami έχτισε πάνω στην ιδέα ολόκληρο βιβλίο. Ο Dean Radin έβαλε ανθρώπους που διαλογίζονται να «κοιτάνε» νοερά τις σχισμές, και αναφέρει μικρή αλλαγή στις ρίγες. Κανένα ανεξάρτητο εργαστήριο δεν το έχει επιβεβαιώσει. Κανένα δεν το έχει κλείσει οριστικά. Η σωστή λέξη είναι «άγνωστο».
Κι εδώ είναι το κομμάτι που σε αφορά, όποια κι αν είναι η απάντηση: αυτό που κοιτάς, το αλλάζεις. Αυτό που δεν κοιτάς ποτέ, τρέχει μόνο του. Οι σκέψεις σου, οι συνήθειές σου, ο θυμός της Δευτέρας. Δεν χρειάζεται κβαντική για να το δεις. Χρειάζεται να κοιτάξεις.
Κι αν ο Planck είχε δίκιο, τότε κάθε φορά που κοιτάς τον ουρανό το βράδυ, δεν είσαι θεατής. Είσαι μέρος του πειράματος.
Οι πρακτικές
Μέτρα πριν αλλάξεις. Διάλεξε μία συνήθεια (καφές, κινητό, γλυκό). Για 7 μέρες απλώς σημειώνεις κάθε φορά που γίνεται, χωρίς να προσπαθείς να την κόψεις. Συχνά αλλάζει μόνη της, μόνο και μόνο επειδή την κοιτάς.
Ο παρατηρητής των σκέψεων. 5 λεπτά κάθε πρωί, πριν πιάσεις κινητό. Ονομάζεις με μία λέξη κάθε σκέψη που περνάει: «σχέδιο», «ανησυχία», «ανάμνηση». Δεν την ακολουθείς. Την βλέπεις να φεύγει.
Η ερώτηση της ημέρας. Μία φορά την μέρα, σε ώρα έντασης: «Ποιος το κοιτάει αυτό τώρα;» Μία ανάσα, και συνεχίζεις.
Ο λογαριασμός της προσοχής. Μία φορά την εβδομάδα, Κυριακή βράδυ, 5 λεπτά. Ανοίγεις τον χρόνο οθόνης του κινητού και κοιτάς πού πήγαν οι ώρες σου. Δεν κρίνεις, απλώς μετράς. Όπως στο πείραμα, η μέτρηση αλλάζει κάτι.